Χρῆστος Γιανναρᾶς – Σύνοψη Εἰσαγωγικὴ καὶ πάντως Αὐτεξεταστική

Ἀκούω νὰ λένε πὼς “ ζουμε στὴν πλέον ὑλιστικὴ ἐποχή”, “ κυριαρχεῖ ὁ ὑλισμὸς” καὶ λοιπά.

Πραγματικά, δὲν τοὺς καταλαβαίνω. Μά, εἴμαστε ἐξαϋλωμένοι!

Τὸ χρῆμα δὲν ἀντιστοιχεῖ πάντα σὲ παραχθέντα ἀγαθά, στὸν μόχθο τῆς γεωργίας ἢ τῆς κτηνοτροφίας ἢ τοῦ οἰκοδομεῖν, ἐνίοτε οὔτε κἂν σὲ χρυσὸ ἢ σὲ ἀσήμι, ἀλλὰ φουσκώνει καὶ ξεφουσκώνει ψηφιακὰ στὰ χρηματιστήρια καὶ στὶς “ ἀγορές”, χωρὶς πολλὲς φορὲς ἄλλο ἀντίκρυσμα ἀπὸ τὴν ψηφιακή τοῦ ἀποτύπωση.

Τὸ φαγητὸ ἔχει ἀπομακρυνθεῖ ὅσο γίνεται ἀπὸ τὴν προέλευσή του ἐκ τοῦ ζώου, τῆς γῆς ἢ τῆς θάλασσας- ἀγοράζεται μεμονωμένο σὲ σελοφὰν στὰ σοῦπερ-μάρκετ ἢ παραγγέλνεται ἕτοιμη ἡ μικρὴ ἀτομικὴ μερίδα μὲ ντηλίβερυ. Ὑπάρχει παγωτὸ χωρὶς λιπαρά, χωρὶς ζάχαρη, καὶ χωρὶς γάλα ἀκόμα. Τὸ κρέας μπορεῖ νὰ μὴν ἔχει κρέας, ἀλλὰ σπόρους σόγιας, τὸ γάλα νὰ μὴν ἔχει λακτόζη, ὁ καφὲς νὰ μὴν ἔχει καφεΐνη.

Τὰ ἰμάτια δὲν προκύπτουν ἀπὸ τὸ μαλλὶ τοῦ προβάτου ἢ ἀπὸ τὸ μπαμπάκι τοῦ ἀγροῦ, ἀλλὰ εἶναι “ συνθετικά”, ἐργαστηριακά.

Εἶναι ζήτημα ζωῆς ἢ θανάτου νὰ γίνεται τὸ ἐρωτικὸ σμίξιμο τῶν κορμιῶν μὲ τὴν παρεμβολὴ πλαστικοῦ ποὺ σὲ προστατεὐει ἀπὸ τὸν ἄλλον.

Οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις διενεργοῦνται μέσῳ διαδικτύου, μπροστὰ ἀπὸ μιὰ ὀθόνη: λέγεται πὼς οἱ σημερινοὶ (καὶ αὐριανοὶ) ἀνήλικοι ἐπενδύουν πρωτευόντως στὴν “ ψηφιακή”, δηλαδὴ ἄυλη, ἐπικοινωνία καὶ δευτερευόντως στὴν πραγματικὴ συνάντηση μὲ πραγματικοὺς ἀνθρώπους, “ ‘ἐπὶ τὸ αὐτό”.

Ἀκόμα καὶ γιὰ τὸν ἐκκλησιασμό της ἡ γιαγιὰ δὲν χρειάζεται νὰ βάλει τὰ καλά της καὶ νὰ μετακινηθεῖ ἀπ’ τὸ σπίτι: μπορεῖ νὰ κάτσει στὸ σαλόνι μὲ τὶς παντόφλες της, νὰ δεῖ τὴ λειτουργία τῆς Μητρόπολης ἀπὸ τὴν τηλεόραση.

Νοσταλγῶ τὸν ὑλισμὸ τῆς ἐκκλησιαστικῆς πείρας: τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασί. Τὴν ὁλόσωμη καταβύθιση στὸ νερό, ὄχι μία ἀλλὰ τρεῖς φορές, ὄχι ἅπαξ ἀλλὰ κάθε χρόνο τὸν Γενάρη. Τὸν γλυκὸ “ ἄρτο” ποὺ κόβεται μὲ τὸ μαχαίρι καὶ μὲ τὸ χέρι γιὰ νὰ μοιραστεῖ σὲ ὅλους ἀνεξαιρέτως. Καὶ ἄντε νὰ γεμίσεις μὲ λάδι τὸ καντήλι χωρὶς νὰ λαδωθεῖς καὶ νὰ πλένεσαι μετὰ μὲ τὰ σαπούνια- ἀδύνατον. Τὴν ἐλπίδα ἀναστάσεως τοῦ ὑλικοῦ μας σώματος νὰ βεβαιώνεται μὲ τὸ σπάσιμο τοῦ αὐγοῦ τοῦ φίλου -πραγματικὸ σπάσιμο, ὄχι “ σὰν νὰ τὸ σπᾶς” οὔτε ψηφιακό.

Ξέρω ‘γω; Ἂν τὰ νοσταλγοῦσαν ὅλοι αὐτὰ ἴσως νά’ταν διαφορετικὰ τὰ πράγματα. Καὶ νὰ θυμόμασταν τὸν ξεχασμένο μας ὑλισμό.

http://www.antibaro.gr/node/3678

(ἐστάλη τὴν Κυριακὴ 16 Ὀκτωβρίου 2011, δὲν ἔχει ἀκόμα δημοσιευτεῖ)

κύριε Διευθυντά,

Στὴν “ Κ” τῆς 15/10, στὸ ἀφιέρωμα γιὰ τὸ πολυτονικό, ὁ κ. Βατόπουλος διερωτᾶται“ Ὑπάρχουν νέοι ποὺ δὲν διδάχθηκαν τὸ πολυτονικὸ καὶ νὰ τὸ ὑποστηρίζουν;” Ναί, ὑπάρχουν, καὶ μάλιστα οὐκ ὀλίγοι, μὲ ἐπίμονη συνέπεια (δηλαδὴ παντοῦ, ἀκόμα καὶ στὰ διαδικτυακὰ “ τσάτ”). Ἡ ἐπιλογή τους αὐτὴ σὲ καμία περίπτωση δὲν προκύπτει ἀπὸ κοινὲς πολιτικὲς ἢ θρησκευτικὲς συνισταμένες, καὶ ἐξυπακούεται πὼς ἀναφερόμαστε σὲ χρήση τῆς φρέσκιας δημοτικῆς γλώσσας. Ἐπιτρέψτε μας νὰ προτείνουμε τὴν ἀκόλουθη ἱεράρχηση τῶν αἰτιῶν, μετὰ ἀπὸ σχετικὲς συζητήσεις:

(α) Θεωροῦν πὼς μὲ τὸ πολυτονικὸ διασώζεται καίρια καὶ σημαντικὴ πληροφορία στὴν λέξη καὶ κυρίως στὴν πρόταση, πληροφορία ὄχι κατ’ ἀνάγκην φωνητική.

(β) Ἀντιμάχονται τὴν ἄρση περίπου δισχιλιετοῦς συνέχειας τῆς ὀπτικῆς (βιωματικῆς) ἀποτύπωσης τῆς γλώσσας. (Δὲν θεωροῦν τὴν Βουλὴ ἁρμόδια γιὰ μιὰ τέτοια ἀπόφαση, καὶ δὴ μὲ τροπολογία καὶ 30 βουλευτές, ὅπως συνέβη.)

(γ) Ἀποστρέφονται τὴν τραγικὰ λανθασμένη de facto διχοτόμηση τῆς γλώσσας σὲ “ ἀρχαῖα” καὶ “ νέα”, δηλαδὴ σὲ ὅ,τι τυπώθηκε πρὶν τὸ 1982 καὶ μετὰ τὸ 1982 ἀντίστοιχα (γιὰ τοὺς μαθητὲς τῶν λυκείων μας, ὁ Ἐλύτης γράφει “ στὰ ἀρχαῖα”, ἐπειδὴ τυπώνεται σὲ πολυτονικό. Ρωτῆστε τους). Ἢ τὴν θεώρηση τῆς πολυτονισμένης δημοτικῆς γλώσσας ὡς “ καθαρεύουσας”, θεώρηση κρατικὰ ὑποβοηθούμενης ἡμιμάθειας.

(δ) Διαπιστώνουν πὼς τὸ πολυτονικὸ εἶναι πιὸ λειτουργικό, “ λογικὸ” τονικὸ σύστημα, μὲ ἐσωτερικὴ συνέπεια ποὺ στὴν μονοτονία ἀντικαθίσταται μὲ δύσκαμπτες τονικὲς συμβάσεις (“ ὁ δάσκαλός του”- ὁ δεύτερος τόνος ἐμφανίζεται ἀπὸ τὸ πουθενὰ κ.ἄ.).

(ε) Κρίνουν πὼς ἂν σὲ γλωσσικὰ ζητήματα προκρίνουμε τὸ κριτήριο τῆς χρησιμότητας/εὐκολίας, καλύτερα νὰ κάνουμε τὴ δουλειὰ σωστά: νὰ υἱοθετήσουμε ἐπισήμως φωνητικὴ γραφή, γκρῆκλις/λατινικὸ ἀλφάβητο ἢ ἀκόμα καλύτερα τὰ διεθνῆ ἀγγλικά. Δυστυχῶς, τὰ ἑλληνικὰ εἶναι δύσκολα καὶ ἀφοροῦν μιὰ πολὺ μικρὴ ἀγορά. Πρὸς τί τόση ταλαιπωρία;

(ς) Πέραν τούτων, τὸ προτιμοῦν καὶ αἰσθητικά.

Τέλος, πολὺ ἁπλά, συχνὰ ἔχουν πειστεῖ ἀπὸ τὶς σχετικὲς ἀπόψεις τοῦ Ἐλύτη, τοῦ Σαββόπουλου, τοῦ Γιανναρᾶ, τοῦ Καστοριάδη, τοῦ Ράμφου, τοῦ Παπάζογλου (παρεμπιπτόντως, ἅπαντες δημοτικιστές), τῆς Ντὲ Ρομιγὶ καὶ ἄλλων. Ἐνῷ δὲν τυγχάνουν ἀκριβῶς θαυμαστὲς τοῦ Ἐλ. Βερυβάκη, ὑπουργοῦ Παιδείας τότε, ἢ τῶν ἐμμονῶν τοῦ κ. Κριαρᾶ, ποὺ ἀμφισβητεῖ τὴν ὕπαρξη νέων ἀνθρώπων ποὺ πολυτονίζουν- δηλαδή, τὴν ὕπαρξή μας. Οὔτε πείθονται ἀπὸ τὴν ζωτικὴ προτεραιότητα τῆς ἥσσονος προσπάθειας.

Πολὺ σωστὰ ἐπισημάνθηκε στὰ ἄρθρα πὼς οἱ οἰκονομικοὶ λόγοι τῆς ἐπιβολῆς τῆς μονοτονίας ἔχουν πλέον ἐκλείψει. Τὰ πολυτονικὰ ἑλληνικὰ εἶναι ἤδη ἐγκατεστημένα σὲ ὅλες τὶς τελευταῖες ἐκδοχὲς τῶν Windows τὴν τελευταία δεκαετία (Greek polytonic), χρειάζονται ἁπλῶς ἐνεργοποίηση καὶ ἀξιοποιοῦν εἰδικὴ διάταξη τοῦ πληκτρολογίου. Πλέον, ὅλες οἱ συνηθισμένες γραμματοσειρὲς (π.χ. Times New Roman ἀπὸ Vista κι ἑξῆς) ἔχουν σχεδιαστεῖ καὶ γιὰ τονισμένα ἑλληνικά.

Σωτήρης Μητραλέξης (23, φοιτητής, Βερολίνο Γερμανίας),

Δημήτρης Ζάχος (26, φοιτητής, Ἀθήνα),

Γιάννης Ντάγκας (23, φοιτητής, Ἀθήνα),

Ἀπόλλων Μπαζάντε-Κωστόπουλος (33, φοιτητής, Ἀθήνα),

Στέλιος Θεοδωράκης (20, φοιτητής, Ἀθήνα),

Παρουσίαση τοῦ βιβλίου τοῦ Σωτήρη Μητραλέξη “ Πολιτικὴ Ἀδολεσχία Ι” στὸν Ἰανὸ (14 Σεπτεμβρίου 2011).

Παρουσιάζουν οἱ:
-Στέλιος Παπαθεμελῆς
-Θεόδωρος Ε. Παντούλας
-Νίκος Ράπτης


Την Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου στις 20.00 στο βιβλιοπωλείο Ιανός (Σταδίου 24, Αθήνα)

θα παρουσιαστεί το βιβλίο του Σωτήρη Μητραλέξη «Πολιτική Αδολεσχία Ι»,

δοκίμια για την στενώτερη και την ευρύτερη έννοια της πολιτικής,

για την στενή της επικαιρικότητα και την ευρύχωρη διαχρονία της.

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι:

-          Στέλιος Παπαθεμελής

-          Θεόδωρος Παντούλας – εκδότης του περιοδικού manifesto

-          Νίκος Ράπτης – διαχειριστής της ιστοσελίδας «προοδευτική πολιτική» - ppol.gr

https://www.facebook.com/event.php?eid=161858307227999

Κυκλοφόρησε το νέο μας τεύχος στα περίπτερα της Αθήνας.

Αναλυτικά τα περιεχόμενα του τεύχους έχουν ως εξής:

02 Πλοιάρχου Ιωαννίδη Επικήδειος
03 Εκδοτικό σημείωμα, Τα επίχειρα
04 Κωνσταντίνος Μπλάθρας, Πάρθεν
05 Νίκος Ράπτης, Το Άουσβιτς της πεφωτισμένης δύσης
07 Παναγιώτης Ψυρίλλος, Ραντεβού τον Σεπτέμβρη
08 Και εν οίκω και εν δήμω
10 Μ.Ν., Αλφάβητο
12 Περιθωριακός Χ, Η τρύπα στα Μeσ@
13 Μ.Ν., Πιπέρι στο στόμα
16 Θεόδωρος Παντούλας, Η οικολογία και ο οικολογισμός
17 Χαράλαμπος Αργυριάδης, Για την Πατρίδα, ναι …
αλλά για ποια πατρίδα;
19 Μιχάλης Μιχαήλ, Ο Ιωάννης Τσαρούχης
& η πολιτική της ελπίδας
24 Θεόδωρος Παντούλας, Υπονομεύοντας την ζωή
25 Ηλίας Αλεξανδρής, Κύπρος εν Καμίνω
29 Θεόδωρος Μπατρακούλης, Η πολύπτυχη διαδικασία
αλλαγών στον αραβοϊσλαμικό κόσμο
32 Ezra Pound, Ενάντια στον τοκισμό
37 Κοίτα ποιος μιλάει
38 Σωτήρης Μητραλέξης, Οι εναλλακτικές θεωρίες
του Αχμέτ Νταβούτογλου
42 Πάνος Αβραμόπουλος, Άγγελος Τερζάκης
44 Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος, Γνώση ποδηλατική
46 Ιωάννα Λιακοπούλου, Άγονη γραμμή
47 William Blake, Δύο ποιήματα από τα σημειωματάρια

Τὸ ἑλληνικὸ κοινὸ εἶχε τὴν εὐκαιρία τὸ 2010 νὰ διαβάσει στὰ ἑλληνικὰ τὸ σημαντικώτερο πόνημα τοῦ νῦν ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας Ἀχμὲτ Νταβούτογλου, «Τὸ Στρατηγικὸ Βάθος: ἡ διεθνὴς θέση τῆς Τουρκίας», γραμμένο τὸ 2001, πρὶν ἀνέλθει ὁ Ρετζὲπ Ταγὶπ Ἐρντογὰν στὴν ἐξουσία. Στὸ βιβλίο αὐτὸ ὁ Νταβούτογλου ἀναλύει τὸ ὅραμά του γιὰ μιὰ νέα διεθνῆ θέση τῆς Τουρκίας στὸν κόσμο βασισμένη στὴν ἱστορία της καὶ στὴν γεωγραφική της θέση, ἕνα ὅραμα ποὺ ὄχι ἀδίκως ἀποκλήθηκε «νεο-ὀθωμανισμός». Πρὸς ἐπίρρωσιν τῆς ἀκρίβειας τοῦ ὅρου θυμίζουμε τὶς δηλώσεις τοῦ Τούρκου ὑπουργοῦ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 2009 στὸ Σαράγεβο: «Ἐπιθυμοῦμε μιὰ νέα Βαλκανική, ποὺ θὰ θεμελιώνεται στὶς πολιτικὲς ἀξίες, στὴν οἰκονομικὴ ἀλληλεξάρτηση, στὴ συνεργασία καὶ στὴν πολιτιστικὴ ἁρμονία. Ὅλα αὐτὰ ἐξασφαλίζονταν στὰ ὀθωμανικὰ Βαλκάνια. Ἐμεῖς θὰ ἀναβιώσουμε τὴν ἐποχὴ αὐτή, τὰ ὀθωμανικὰ Βαλκάνια ἦταν μιὰ πετυχημένη ἱστορία καὶ τώρα πρέπει νὰ ἀναγεννηθοῦν. Θὰ κάνουμε τὰ Βαλκάνια, τὸν Καύκασο, τὴ Μέση Ἀνατολή, μαζὶ μὲ τὴν Τουρκία, ἐπίκεντρο τῆς παγκόσμιας πολιτικῆς σκηνῆς. Αὐτὸς εἶναι ὁ στόχος τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς στὸ μέλλον καὶ θὰ τὸν πετύχουμε».
Τὸν Μάρτιο τοῦ 2011 κυκλοφόρησε πάλι ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις «Ποιότητα» ἕνα ἀκόμα βιβλίο τοῦ Νταβούτογλου, ἡ διδακτορική του διατριβὴ στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Βοσπόρου στὸν τομέα τῶν Διεθνῶν Σχέσεων, ἐκδοθείσα τὸ 1994 στὰ ἀγγλικὰ καὶ ὄχι στὰ τουρκικά, μὲ τίτλο «Ἐναλλακτικὲς Κοσμοθεωρίες: ἡ ἐπίδραση τῆς Ἰσλαμικῆς καὶ τῆς Δυτικῆς κοσμοθεωρίας στὴν πολιτικὴ θεωρία». Ἐνῷ ἡ ἑλληνικὴ ἔκδοση τοῦ «Στρατηγικοῦ Βάθους» δημιούργησε ἕνα πανδαιμόνιο ἀντιδράσεων καὶ πυροδότησε ἐντονώτατη συζήτηση καρφιτσώνοντας τὸ ὀγκῶδες ἀκαδημαϊκὸ σύγγραμμα στὰ εὐπώλητα γιὰ μῆνες, οἱ «Ἐναλλακτικὲς Κοσμοθεωρίες» δὲν ἔτυχαν παρόμοιας προσοχῆς. Κακῶς. Κάκιστα.
Ἂν θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι τὸ «Στρατηγικὸ Βάθος» εἶναι ἕνα ἐγχειρίδιο γιὰ τὴν νέα τουρκικὴ διπλωματία ἤ, πολὺ εὐρύτερα, γιὰ τὴν νέα αὐτονοηματοδότηση τῆς Τουρκίας, τότε οἱ «Ἐναλλακτικὲς Κοσμοθεωρίες» ἀποτελοῦν τὸ θεωρητικό, φιλοσοφικὸ-πολιτισμικὸ ὑπόβαθρο αὐτῆς τῆς μετέπειτα ἐξέλιξης τοῦ συγγραφέα τους. Στὸ βιβλίο αὐτὸ ὁ Νταβούτογλου ἀναλύει τὴν ἄποψή του ὅτι ὁ δυτικὸς καὶ ὁ ἰσλαμικὸς πολιτισμὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς ἐντελῶς διαφορετικοί, ἀλλὰ ὅτι ὁ ἰσλαμικὸς πολιτισμὸς θὰ μποροῦσε κάλλιστα (καὶ θὰ ἔπρεπε) νὰ ἀντικαταστήσει τὸν δυτικό. Παραθέτω: «Ὁ ὁμογενοποιητικὸς χαρακτήρας τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ εἶναι ἴσως τὸ σημαντικώτερο πρόβλημα τῆς ἐποχῆς μας. [...] Ἡ σύμπτωση τῶν ἐπιθανάτιων ἀγωνιῶν τῶν αὐθεντικῶν πολιτισμῶν καὶ ἡ ἔντονη κρίση τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ ὁδήγησαν τὶς κορυφαῖες μορφὲς τῶν πολιτισμῶν ποὺ ὑφίστανται τὴν ἀπειλὴ τῆς ἐκμηδένισης ἀπὸ τὸν δυτικὸ πολιτισμὸ νὰ ἀναζητήσουν τοὺς δικούς τους τρόπους ζωῆς καὶ σκέψης. [...] Ἡ Ἰσλαμικὴ κοσμοθεωρία ποὺ περιλαμβάνει τὰ πάντα, κοσμοθεωρία ποὺ εἶναι πλήρως ἐναλλακτικὴ τῆς Δυτικῆς κοσμοθεωρίας καὶ ὄχι συμπληρωματική της, παρέχει ἐπαρκῆ θεωρητικὰ καὶ ἀντιληπτικὰ ἐργαλεῖα γιὰ μιὰ τέτοια προσπάθεια» (σσ. 409-410). Δηλαδή, οἱ πολιτισμοὶ ποὺ κινδυνεύουν ἀπὸ παντελῆ ἀφομοίωση ἀπὸ τὸν Δυτικὸ πολιτισμό, ἀφοῦ «πολὺ ἁπλὲς δραστηριότητες τῆς καθημερινῆς ζωῆς -ὅπως τὸ νὰ πίνεις κόλα ἢ νὰ φορᾶς τζὴν- ἄρχισαν νὰ ἑρμηνεύονται ὡς νίκης τῆς οἰκουμενοποίησης τῆς οὑμανιστικῆς/δημοκρατικῆς κουλτούρας» (σ. 410), ὀφείλουν νὰ σπεύσουν νὰ προτιμήσουν τὴν παντελῆ τους ἀφομοίωση ἀπὸ τὸν κατὰ Νταβούτογλου προτιμώτερο Ἰσλαμικὸ πολιτισμό.
Ἡ ἀνάλυση τοῦ Νταβούτογλου ἔχει περίπου ὡς ἑξῆς: περιγράφει τὸ ὑπόβαθρο τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ ὡς «ὀντολογικὴ ἐγγύτητα» (περιδιαβαίνοντας τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες φιλοσόφους, τὴν θεολογία τοῦ Χριστοῦ ὡς ἐνσαρκωμένου Θεοῦ, τὴν τεχνολογικὴ ἀνάπτυξη κλπ.), ὅπου ὑφίσταται μιὰ φθοροποιὸς σύγχυση ἀνάμεσα σὲ διαφορετικὲς σφαῖρες τῆς πραγματικότητας. Ἀντίθετα, ὁ ἰσλαμικὸς πολιτισμὸς διέπεται ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ ταουχίντ, κάτι ποὺ τὸν ὁδηγεῖ νὰ χαρακτηρίζεται ἀπὸ «ὀντολογικὴ διαφοροποίηση». Ταουχίντ εἶναι «ἡ βασικὴ ἀρχὴ τῆς ἰσλαμικῆς θεοκεντρικῆς κοσμοθεωρίας, ἡ ἀντίληψη ποὺ ἔχει [αὐτὴ] γιὰ τὸν Ἀλλάχ. Ἡ ἀρχὴ τοῦ ταουχὶντ εἶναι ὁ κύριος δίαυλος ἀπὸ τὴ θεωρία στὴν πρακτική, ἀπὸ τὴν πίστη στὴ ζωὴ καὶ ἀπὸ τὸ ἰδεῶδες στὴν πραγματικότητα στὴν ὁλιστικὴ Ἰσλαμικὴ κοσμοθεωρία. Αὐτὴ ἡ ἀρχὴ ὑποδηλώνει ὅτι ὁ Ἀλλὰχ εἶναι ἕνας στὴν οὐσία Του (νταχάτ), δηλαδὴ δὲν συντίθεται ἀπὸ διάφορα μέρη• ἕνας στὶς ἰδιότητές Του (σιφάτ), δηλαδὴ δὲν ἔχει δύο δυνάμεις, δύο γνώσεις κλπ• ἕνας στὰ ἔργα Του (ἀφ’ἄλ), δηλαδὴ δὲν ἐπηρεάζεται μὲ κανέναν τρόπο ἀπὸ ὁτιδήποοτε ἄλλο πλὴν τοῦ Ἑαυτοῦ του» (σ.111). Σύμφωνα μὲ τὸν Νταβούτογλου, ἡ ἀπόλυτη ἑνότητα καὶ τὸ ἀμιγὲς τοῦ ἑνὸς Θεοῦ τοῦ Ἰσλάμ, κάτι ποὺ δὲν συναντᾶται στὸν κατὰ βάση χριστιανικὸ δυτικὸ πολιτισμό, καθιστᾶ διακριτὲς καὶ ἀμιγεῖς τὶς σφαῖρες τῆς πραγματικότητας, δίνοντας στὸν κόσμο τὴν ἰσορροπία ποὺ ἀδυνατεῖ νὰ τοῦ δώσει ὁ δυτικὸς πολιτισμός, στὸν ὁποῖο τὸ ἀπόλυτο καὶ τὸ σχετικὸ (τὸ ἄκτιστο καὶ τὸ κτιστὸ) συγχέονται. Ὅλα αὐτὰ τὰ θεωρεῖ ἄρρηκτα συνδεδεμένα μὲ τὴν πολιτικὴ θεωρία, ἀφοῦ «εἶναι σχεδὸν ἀδύνατο νὰ κατανοηθεῖ ἡ ἰσλαμικὴ πολιτικὴ κουλτούρα ἢ ἡ μουσουλμανικὴ πολιτικὴ συνείδηση χωρὶς προηγουμένως νὰ κατανοηθεῖ ἡ ἰσλαμικὴ ἀντίληψη γιὰ τὸν κόσμο» (σ. 111).
Πιὸ κατανοητὴ καὶ ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ δεύτερη διάκριση ποὺ κάνει ἀνάμεσα στὸ θεωρητικὸ ὑπόβαθρο τοῦ δυτικοῦ καὶ τοῦ ἰσλαμικοῦ πολιτισμοῦ: θεωρεῖ πὼς ὁ δυτικὸς πολιτισμὸς χαρακτηρίζεται ἀπὸ «ἐπιστημολογικὰ καθορισμένη ὀντολογία», ἐνῷ ὁ ἰσλαμικὸς ἀπὸ «ὀντολογικὰ καθορισμένη ἐπιστημολογία». Ἑδραιώνοντας αὐτές του τὶς ἀπόψεις μὲ ἐκτενεῖς καὶ καλοδουλεμένες ἀναλύσεις προχωρᾶ στὸ δεύτερο μέρος τοῦ βιβλίου, δηλαδὴ στὶς πολιτικὲς συνέπειες καὶ προεκτάσεις αὐτῶν τῶν διαχωρισμῶν.
Αὐτὸ ἐδῶ τὸ ἄρθρο ἐπιχειρεῖ ἁπλῶς νὰ ἐξάψει τὸ ἐνδιαφέρον γύρω ἀπὸ τὸ βιβλίο ὥστε νὰ προκύψει ἕνας γόνιμος διάλογος καὶ μιὰ προσπάθεια βαθύτερης γνώσης τοῦ νέου τρόπου σκέψης τοῦ γείτονά μας. Ὁ ὑποφαινόμενος, ὡς ἀναρμόδιος, θὰ πεῖ ἁπλῶς δυὸ κουβέντες καὶ δὲν θὰ μακρυγορήσει, διατηρώντας αὐτὸ τὸ προνόμιο γιὰ τὴν ὥρα ποὺ θὰ ἔχουν ἤδη τοποθετηθεῖ οἱ ἁρμοδιώτεροι.
Πιστεύω ὅτι τὸ θεωρητικὸ οἰκοδόμημα τοῦ Νταβούτογλου στὶς «Ἐναλλακτικὲς Κοσμοθεωρίες» καίτοι καλοδουλεμένο εἶναι ἀρκούντως σαθρό. Μιὰ καλὴ ἀνάλυση θὰ μποροῦσε νὰ τὸ καταρρίψει πανηγυρικά, ἀφοῦ σχεδὸν κάθε διατύπωση (πλὴν τῆς σοφῆς διάκρισης «ἐπιστημολογικὰ καθορισμένης ὀντολογίας» καὶ «ὀντολογικὰ καθορισμένης ἐπιστημολογίας») θὰ μποροῦσε νὰ ἀντιστραφεῖ: ἐπὶ παραδείγματι, εὔκολα θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ ἰσχυριστεῖ πὼς ἡ Δύση πρῶτα ἔκανε κτῆμα της ἕναν ἀμιγῆ θεωρητικὸ μονοθεϊσμὸ (ἀφοῦ ὁ Ἀριστοτέλης ἐγγράφεται ἀπὸ τὸν Νταβούτογλου στὴν δυτικὴ παράδοση, τότε σ’ αὐτὸν ἐντοπίζεται ὁ πλέον ἀμιγῆς θεωρητικὸς μονοθεϊσμός, στὴν «θεολογία» του) καὶ αἰῶνες μετὰ προχώρησε σὲ ἕνα δεύτερο στάδιο μὲ τὶς κορυφώσεις τῆς χριστιανικῆς θεολογίας, ἐνῷ ὁ ἰσλαμικὸς πολιτισμὸς μὲ τὴν πολὺ μεταγενέστερη εἴσοδό του στὴν φιλοσοφικὴ ἱστορία βρίσκεται σὲ στάδιο ἀξιολογικὰ προγενέστερο τῆς κἀποτε δυτικῆς «ἀμιγῶς μονοθεϊστικῆς» ὀντολογίας, ἢ -ἔστω- ἰσόκυρο. Δηλαδή, κάποιος θὰ μποροῦσε νὰ ἰσχυριστεῖ κακεντρεχῶς ὅτι ὁ ἰσλαμικὸς πολιτισμὸς πασχίζει ἀπὸ ἄποψη ὀντολογικῆς ἀνάλυσης νὰ φτάσει ἐκεῖ ποὺ κάποτε ἦταν ὁ δυτικός- καὶ ἔτσι τὰ ἐρωτήματα τοῦ Νταβούτογλου ἔχουν πολὺ ἁπλούστερες ἐξηγήσεις ἀπὸ αὐτὲς ποὺ δίνει ὁ ἴδιος, ἐκθειάζοντας τὴν κατ’ αὐτὸν πολὺ ἀνώτερη σοφία τοῦ θεωρητικοῦ ὑποβάθρου τοῦ ἰσλαμικοῦ πολιτισμοῦ (στὰ παραπάνω ἐγγράφουμε τὸν ἑλληνικὸ/ρωμέηκο πολιτισμὸ τῆς «καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς» στὸν δυτικὸ πολιτισμὸ γιὰ τὴν οἰκονομία τῆς συζήτησης, διότι ἔτσι θέλει ὁ Νταβούτογλου).
Βέβαια, ὁ Νταβούτογλου δὲν πέτυχε ἂν καὶ μόνο ἂν θεωρήσουμε ὡς στὀχο του τὸ νὰ δημιουργήσει ἕνα ἄψογο φιλοσοφικοπολιτικὸ σύγγραμμα. Ἂν ὅμως παραδεχτοῦμε τὸ προφανές, δηλαδὴ ὅτι ὁ Νταβούτογλου δημιούργησε μιὰ καλὴ θεωρητικὴ πλατφόρμα μὲ μεγάλη ἐπιφάνεια γιὰ νὰ δομήσει μεταγενέστερα πάνω της τὸ δικό του οἰκοδόμημα νεο-ὀθωμανικῆς θεωρίας καὶ ἰδεολογίας σὲ σταθερὲς βάσεις, τότε πρέπει νὰ τοῦ βγάλουμε τὸ καπέλο. Ὡς ἰδεολογικὸ οἰκοδόμημα, οἱ «Ἐναλλακτικὲς Κοσμοθεωρίες» ἀποτελοῦν πραγματικὰ πρότυπο- καὶ αὐτὸ δὲν ἔχει ἴχνος ψόγου. Μὲ τὴν ἔκδοση τοῦ δεύτερου βιβλίου τοῦ Ἀχμὲτ Νταβούτογλου στὴν Ἑλλάδα ἐπιβεβαιώθηκε ἡ βεβαιότητα ὅτι πλέον στέκεται ἀπέναντι στὴν Ἑλλάδα ἕνας ἀντίπαλος παραπάνω ἀπὸ ὑπολογίσιμος, ἐνδεχομένως ἀκόμα πιὸ ἐπικίνδυνος γιὰ τὴν ἐθνική της ἀκεραιότητα καὶ ἀπὸ τὶς ἑλλαδικὲς πολιτικὲς ἐλίτ (φρῖξον ἥλιε, στέναξον ἡ γῆ).
Ἀλλὰ κάπου ἐδῶ σταματᾶμε, ἐκφράζοντας ξανὰ τὴν ἐλπίδα νὰ ἀσχοληθοῦν ἄλλοι ἁρμοδιώτεροι μὲ τὶς «Ἐναλλακτικὲς Κοσμοθεωρίες», φωτίζοντας ἀκόμα περισσότερο τὸ φαινόμενο Ἀχμὲτ Νταβούτογλου καὶ καθιστώντας το βαθύτερα γνωστὸ- δηλαδή, πιὸ ἀντιμετωπίσιμο.

Η χρονική απόσταση εγγυάται μάλλον ψύχραιμες αποτιμήσεις: Την κάθαρση από στοιχεία πρωτογονισμού, δηλαδή «φιλαθλητικού» πατριωτισμού. Μόνο με τέτοια κάθαρση οι εκπληκτικές επιτυχίες της «εθνικής» ομάδας στην καλαθόσφαιρα θα μπορούσαν να λειτουργήσουν και σαν μέτρο που αξιολογεί την ελληνική κοινωνία στην ποιοτική της στάθμη σήμερα.

Υποκείμενη σε έλεγχο προσωπική διαπίστωση: Ότι σε κάθε τομέα του ελληνικού κοινωνικού βίου υπάρχει ακόμα κάποιος Παναγιώτης Γιαννάκης. Με έκτακτες ικανότητες, ρεαλιστική σεμνότητα, συναρπαστικό τάλαντο να αρχηγεύσει. Αλλά δεν είναι αυτός η επιτελική κεφαλή του τομέα, ο «προπονητής», διαχειριστής κεντρικής ευθύνης. Στην ελληνική κοινωνία (με κυρίαρχη τη διαπλοκή νεοπλουτισμού και εξουσιολαγνείας) ο κάθε Παναγιώτης Γιαννάκης, δηλαδή η ανθρώπινη ποιότητα, είναι σε διωγμό ή πάντως στο περιθώριο.

Η καλαθόσφαιρα ευτύχησε να αποτελέσει εξαίρεση. Μόνο τυχαία, συμπτωματικά και ως εκπλήσσουσα εξαίρεση βρέθηκε εκεί η ποιότητα στην ηγεσία. Οι ειδικοί στο άθλημα θαύμασαν την έκτακτη ευφυΐα του Έλληνα προπονητή, την ευθυκρισία στον εντοπισμό της ιδιαιτερότητας κάθε αντιπάλου, την ικανότητά του να επιλέγει την πιο τελεσφόρο (και απρόβλεπτη) σε κάθε περίπτωση αγωνιστική τακτική. Οι μη ειδικοί μείναμε κυριολεκτικά έκθαμβοι με το ταλέντο του να μεταμορφώσει ένα σύνολο από πριμαντόνες σε λειτουργική ομάδα, να υποτάξει την επίδειξη και τον βεντετισμό στην προτεραιότητα της κοινωνούμενης επιτυχίας.

Έτσι αξιωθήκαμε να δούμε στις μέρες μας το απίστευτο: Την παρακμιακή Ελλάδα, από κάθε άποψη ασήμαντη πια και ευτελισμένη («μπαίγνιο των εθνών») να νικάει την Υπερδύναμη σε άθλημα που η Υπερδύναμη και εφεύρε και προήγαγε. Αναπόφευκτα ο νους μας έτρεξε στα (δύο δυόμισι;) εκατομμύρια των Ελλήνων απόδημων στις ΗΠΑ και κυρίως στις παλαιότερες γενεές των αποδήμων, στις ταπεινώσεις, στους εξευτελισμούς που υπέστησαν στην αμείλικτη αυτή χώρα της ιστορικοϋλιστικής αλαζονείας. Πώς θα «αγαλλίασαν τα οστά», όπως θα έλεγε ο Παπαδιαμάντης, αυτών των καταφρονεμένων από το γεγονός ότι η «Ψωροκώσταινα» γενέτειρά τους κατατρόπωνε θριαμβικά, έστω και μόνο σε παιγνιώδες άθλημα, την αγέρωχη, παντοδύναμη σε όλα, Αφέντρα.

Να μπορούσαμε, με πάνδημο ψήφισμα των Πανελλήνων, να στέλναμε τον Παναγιώτη Γιαννάκη στο υπουργικό συμβούλιο. Όχι, προς Θεού, σαν υπουργό ή πρωθυπουργό (άπαγε της βλασφημίας), αλλά μόνο σαν ανθρώπινη παρουσία. Να τον βλέπουν οι πολιτικοί και να συστέλλονται. Να συγκρίνουν την αηδιαστική τους ιδιοτέλεια, τα ευτελή τους κριτήρια, τη θλιβερή ηγετική τους ανικανότητα με το δικό του ανάστημα. Και ίσως από ντροπή αρχίσουν κάποτε να τον ρωτάνε για την πιο τελεσφόρο (και απρόβλεπτη) σε κάθε περίπτωση αγωνιστική τακτική. Ή για το πώς οι πριμαντόνες του υπουργικού τάχα και συμβουλίου ή του Κοινοβουλίου μπορούν να συγκροτήσουν λειτουργική ομάδα υποτάσσοντας τον βεντετισμό στην προτεραιότητα της κοινωνούμενης επιτυχίας.

Σε κάθε τομέα του ελληνικού κοινωνικού βίου υπάρχει παροπλισμένη η ποιότητα. Από τότε που η πολιτική έγινε επάγγελμα και οι πολιτικοί κερδοσκόποι (όχι οπωσδήποτε κέρδους οικονομικού) κάθε μορφή ηγεσίας προσαρμόστηκε, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, στους όρους της αποτελεσματικής ιδιοτέλειας, δηλαδή στην παντεξουσιαστική κομματοκρατία. Δεν υπάρχει άλλο όραμα, στόχος, επιδίωξη ποιότητας, φιλοδοξία αξιοκρατικής πρωτιάς. Την πιο δραματική εικόνα της επιδημικής μεταμόρφωσης και των ευγενέστερων (ίσως) προθέσεων σε ευτελισμένο κομματικό ρινοκερισμό, τη σαρκώνουν όσοι εξαργυρώνουν τις άλλοτε αθλητικές τους επιτυχίες για μια θεσούλα τώρα στο παλκοσένικο της πολιτικής. Θλιβερές φιγούρες – τα σχόλια περιττά.

Ρωτούσαν τον Παναγιώτη Γιαννάκη για την ομάδα που έφτιαξε και αυτός απαντούσε για τον «καλό χαρακτήρα» των παικτών του. Όχι για τις ικανότητές τους, τον χαρακτήρα τους εκθείαζε. Ποιος φαντάζεται ελλαδίτη πολιτικό ηγέτη να λειτουργεί με πρώτο του μέλημα την ποιότητα των χαρακτήρων της επιτελικής του ομάδας; Ποιος φαντάζεται ελλαδίτη πολιτικό ηγέτη με νοοτροπία επιτελάρχη και όχι φεουδάρχη, με συνείδηση σχεδιαστή και συντονιστή κοινού αθλήματος για κοινωνούμενη επιτυχία;

Ένας τέτοιος πολιτικός θα άλλαζε την πορεία του τόπου αλλάζοντας τους όρους λειτουργίας της πολιτικής. Και θα υπεραρκούσε για την αλλαγή μια και μόνο τετραετία με την ποιότητα στην πρωθυπουργική εξουσία. Θα αρκούσε για να απελευθερωθεί θεσμικά και ανεπίστρεπτα (πρώτο μέλημα) ο συνδικαλισμός από τη δουλεία του στα κομματικά συμφέροντα. Να αυτονομηθεί η λειτουργία του κράτους από τις κομματικές (επαγγελματικής ιδιοτέλειας) προτεραιότητες κάθε κυβέρνησης. Να αποκτήσει η χώρα πραγματικά ανεξάρτητη δικαιοσύνη, απροσκύνητη ηγεσία Εθνικής Άμυνας, αδέσμευτο Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο κοινωνικού ελέγχου της εμπορικής χυδαιότητας των media. Να ξαναστηθούν από την αρχή (όχι με «μεταρρυθμιστικές» απάτες ή μωρίες) σχολεία και πανεπιστήμια.

Μια τετραετία αρκεί, αν έφταναν ποτέ οι αρετές ενός Παναγιώτη Γιαννάκη στην πρωθυπουργική κορυφή. Δεν χρειάζονται περισσότερο χρόνο οι ζωτικές τομές. Δεύτερη τετραετία εκλιπαρούν συνήθως οι επαγγελματίες της διαχειριστικής κουφόνοιας, οι δήθεν πολιτικοί που λογαριάζουν για «όραμα» τις «βελτιώσεις», και στη δεύτερη τετραετία πάντα ξεγυμνώνεται τελεσίδικα και ντροπιαστικά η ανικανότητά τους. Κάθε κυβέρνηση δείχνει την ποιότητα και τις δυνατότητές της στις πρώτες εκατό ημέρες. Εκεί φαίνονται όλα και προδιαγράφονται όλα, η «πίστωση χρόνου» και οι υποσχετικές επαγγελίες για θριάμβους στη δεύτερη τετραετία οδηγούν πάντοτε νομοτελειακά στην ντροπή. Η «εθνική» ομάδα της καλαθόσφαιρας και ο ηγέτης-προπονητής της δεν περίμεναν ένα επόμενο παγκόσμιο πρωτάθλημα για να φανερώσουν την ποιότητά τους, τούς χαρακτήρες τους, το όραμά τους.

Η ολοφάνερη κατάρρευση του πολιτικού συστήματος δεν σημαίνει ότι χάθηκε η ανθρώπινη ποιότητα και το ηγετικό χάρισμα στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας. Αυτή τη διαβεβαίωση σαρκώνει η περίπτωση του Παναγιώτη Γιαννάκη.

{Επιφυλλίδα του Χρήστου Γιανναρά, στην
Καθημερινή της Κυριακής, 17 Σεπτεμβρίου 2006}

Αναλυτικά τα περιεχόμενα του τεύχους 25 έχουν ως εξής:

02 Ευαγόρας Παλληκαρίδης, Θα πάρω μιαν ανηφοριά
03 Εκδοτικό σημείωμα, Ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;
04 Mαρία Νεγρεπόντη – Δελιβάνη, Η Ελλάδα βγαίνει στο σφυρί
06 Ι.Σ.Λάμπρου, Τα αδιέξοδα του κ. Χριστόφια
08 Και εν οίκω και εν δήμω
10 Μ.Ν., Αλφάβητο
12 Θεόδωρος Παντούλας, Τι αστυνομία θέλουμε;
13 Μ.Ν., Πιπέρι στο στόμα
16 Παναγιώτης Ψυρίλλος, Τα θαλασσοδάνεια του
[κρατικοδίαιτου] πολιτισμού
17Θεόδωρος Παντούλας, Στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει;
19 Ηλίας Αλεξανδρής, Σούπερ Λίγδα
24 Επιστολιμαία, Όμηρος των τραπεζών ο πολίτης
25 Θαν. Κουρταλίδης, Η διαμόρφωση του Ελληνικού Έθνους
31 Νίκος Ράπτης, Δημογραφικό: η ώρα της αναδιανομής
34 Θ. Παντούλας, Σπουδάματα για κλάματα
35 Στέλιος Παπαθανασίου, “Μεταξύ φάσματος και υπαρκτού“
38 Θ. Παντούλας, Το “Κρούσμα” ως προσευχή
39 Σωτήρης Μητραλέξης, Η Πάττυ κι ο Ακάθιστος
42 Αντόνιο Περέθ Ρεβέρτε, Παλιότερα πεθαίναμε καλύτερα
44 Γιώργος Παπαγιαννόπουλος, Η δική μου Βεγγάζη
46 Ιωάννα Λιακοπούλου, Άγονη γραμμή
47 Σταμάτης Γκαβέτας, Η σφαγή των νηπίων
48 Γεράσιμος Βάκρος, Η προσευχή του ληστή

Στα περίπτερα της επαρχίας βρίσκεται ήδη το τεύχος 24.

{Δημοσιεύεται στὸ περιοδικὸ manifesto Μαρτίου, τ.24}

Ἡ Πάττυ τοῦ Μέγκα, «ἕνα χαζοχαρούμενο κορίτσι, τραβάει 30.000 μανάδες καὶ παιδιὰ στὸ Τάε Κβὸν Ντὸ Φαλήρου γιὰ νὰ τραγουδήσει πλέι μπάκ», παρατηρεῖ ὁ συνθέτης Παναγιώτης Καλαντζόπουλος στὴν (διαυγοῦς σκέψεως σημαντικὴ) συνέντευξή του στὴν «Καθημερινή» [6.3.11]. Σιτεμένες ἀμερικανίδες στὰρ πραγματοποιοῦν στὴν δύση -ἢ στὰ μεσάνυχτα- τῆς καριέρας τους μιὰ περιοδεία στὴν Ψωροκώσταινα (νῦν Φορογιώργαινα) καὶ τὰ εἰσιτήρια ἐξαντλοῦνται μέχρις ἐξαντλητικῆς ἐξαντλήσεως. Ἀνθυποπαραστάσεις ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς προσελκύουν μιλιούνια θεατῶν, ἐνῷ τὰ εἰσιτήρια δραματοποιημένων παραστάσεων τοῦ Μεγάλου Κυνὸς Σκοῦμπι-Ντοὺ καθίστανται ἐξόχως εὐρωβόρα στὴν ἀντίστοιχη μαύρη ἀγορά. Παραλλήλως, προσπαθῆστε μέρες ποὺ εἶναι νὰ προτείνεται σὲ ἕναν μετέφηβο νὰ παρακολουθήσει τοὺς Χαιρετισμοὺς χωρὶς νὰ ἀποσπάσετε (α) τὸ βλέμμα πληξάρας ἑνὸς μεσήλικος ἐν ὄψει τοῦ ἐτησίου ἰατρικοῦ τσὲκ-ἄπ του ἢ (β) τὸ βλέμμα ἑνὸς πολίτη ὅταν μαθαίνει πὼς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ περάσει τὰ ἑπόμενα πρωινά του σὲ δημόσιες ὑπηρεσίες. Ἀδύνατον. Ναὶ μὲν οἱ ἐκκλησίες εἶναι γεμάτες αὐτὲς τὶς πέντε Παρασκευές, ἀλλὰ ἂν λάβουμε ὑπ’ ὄψιν μας τὸ ποιά ὑμνολογία ἀναγιγνώσκεται ἐκεῖ μέσα, δὲν εἶναι οὔτε γιὰ ἀστεῖο τόσο γεμάτες ὅσο θὰ ἔπρεπε!

Ἐν ὀλίγοις: στὸ παρὸν σημείωμα θὰ προσπαθήσω νὰ διατυπώσω ὀλίγες νύξεις σχετικὰ μὲ τὴν αἰσθητικὴ τέρψη ποὺ προκαλοῦν οἱ τέσσερις στάσεις τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου ὡς ἀκρόαμα ἢ κείμενο θεατρικὸ/λογοτεχνικό, ἀσχέτως μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὲς ἀποτελοῦν Χαιρετισμοὺς τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν Θεοτόκο, καὶ μάλιστα στὸν χρόνο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς (μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνεπάγεται γιὰ τὸ εὐχαριστιακὸ σῶμα ὡς σημασία καὶ ὡς λειτουργία). Καὶ νὰ διερωτηθῶ γιατί ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὶς πέντε αὐτὲς Παρασκευὲς ὅσοι δὲν συμπεριλαμβάνουν τὸν ἑαυτό τους στὸ «χριστεπώνυμον πλήρωμα», ἀλλὰ ὁρκίζονται γιὰ τὶς θύραθεν φιλο-καλικές τους εὐαισθησίες (ὁπότε, ἢ τὰ αἰσθητικὰ κριτήρια τοῦ γράφοντος ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὴν μετοχή του στὴν Ἐκκλησία ἢ οἱ εὐαισθησίες τῶν θύραθεν φίλων στεροῦνται τὸ πλήρωμα τῆς εἰλικρινείας ἐλέῳ ἰδεολογικοῦ κωλύματος ἢ κολλήματος). Τὸ ζήτημα ἔχει καλυφθεῖ ἀπὸ πολὺ ἱκανώτερους, ἀλλὰ ἡ ἐπικαιρότητα εἶναι ἐπικαιρότητα!, καὶ τὸ manifesto τυγχάνει καὶ ἐντὸς τόπου καὶ ἐντὸς χρόνου.

Μοῦ φαίνεται ἐξαιρετικὰ δύσκολο νὰ προσεγγίσει κάποιος τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο ἀπὸ λογοτεχνικῆς ἀπόψεως χωρὶς νὰ ἀποφανθεῖ παραυτίκα πὼς πρόκειτα περὶ ἀριστουργήματος. Ἂς προσεγγίσουμε τὸ κείμενο ὡς κείμενο:

Πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα, ὁ Ἀκάθιστος ἔχει καθαρὰ θεατρικὴ δομή, καὶ μάλιστα ἐξόχως χαριτωμένη (μὲ τὸ ἔτυμον τῆς λέξεως), ἀφηγεῖται μιὰ ἱστορία -τῆς ὁποίας τοὺς διαλόγους παραθέτει αὐτούσιους: στὴν πρώτη πράξη, ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ ἐπισκέπτεται τὴν Θεοτόκο∙ καὶ μόλις τὴν ἀντικρύζει, ἀρχίζει τὸ ἐγκώμιο: «Χαῖρε, δι’ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει! Χαῖρε, δι’ ἧς ἡ ἀρὰ (=κατάρα) ἐκλείψει» καὶ λοιπὰ καὶ λοιπά. Ἀκολουθεῖ στιχομυθία τῆς Θεοτόκου μὲ τὸν Γαβριήλ, καὶ μετὰ είσερχόμαστε στὴν δεύτερη πράξη: ἡ Θεοτόκος ἐπισκέπτεται τὴν συγγενῆ της Ἐλισάβετ, τὴν σύζυγο τοῦ Ζαχαρίου καὶ μητέρα τοῦ Προδρόμου. Ὁ Πρόδρομος, ἔμβρυο στὴν μήτρα τῆς Ἐλισάβετ, ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ Θεοτόκος ἐγκυμονεῖ τὸν Χριστὸ καὶ «ἅλμασιν ὡς ἄσμασιν» (χοροπηδώντας στὴν μήτρα ἀντὶ γιὰ νὰ φωνάξει, γιατὶ ποῦ νὰ φωνάξει τὸ ἔμβρυο)[1], ἀρχίζει: «Χαῖρε [...]! Χαῖρε [...]!» καὶ λοιπά. Ἀκολουθεῖ ἕνα μικρὸ ἐπεισόδιο μὲ τὸν Ἰωσήφ, τὸν σύζυγο τῆς Μαρίας, ὁ ὁποῖος ὅσο νά’ναι ἔχει ἀρχικὰ τὶς ἀμφιβολίες του[2], καὶ μπαίνουμε στὴν τρίτη πράξη τῆς ἱστορίας μας: οἱ ποιμένες, οἱ βοσκοί, μαθαίνουν γιὰ τὸ γεγονὸς τῆς ἐνσαρκώσεως[3] καὶ ἀρχίζουν τὴν δοξολογία τους πρὸς τὴν Θεοτόκο μὲ λεξιλόγιο ποὺ προκύπτει ἀπὸ τά… ζητήματα τοῦ ἐπαγγελματικοῦ τους κλάδου: «Χαῖρε, ἁμνοῦ καὶ ποιμένος μήτηρ∙ χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων» [4] (τώρα πεῖτε μου, δὲν διαπιστώνετε ἐδῶ τὸ λεπτὸ χιοῦμορ τοῦ ἰδιοφυοῦς ὑμνογράφου, ἀναμεμειγμένο μὲ τὴν ὄντως φιλοκαλία του;). Στὴν τέταρτη πράξη, μαθαίνουν διὰ τοῦ ἀστέρος τὰ νέα οἱ Μάγοι καὶ ἀρχίζουν τοὺς Χαιρετισμούς τους∙ ἀκολουθοῦν καὶ ἄλλες πράξεις, καὶ δὲν ἔχουμε κἂν μπεῖ στὴν τρίτη ἀπὸ τὶς τέσσερις στάσεις τοῦ Ἀκαθίστου, βρισκόμαστε ἀκόμα στὶς δύο πρῶτες…

Πρόκειται, σαφῶς, περὶ κειμένου θεατρικοῦ. Βέβαια, οἱ «Χαιρετισμοί», τὰ «Χαῖρε [...]! Χαῖρε [...]!» προφανῶς δὲν ἀνήκουν μόνον στὰ πρόσωπα τῆς ἱστορίας ποὺ ἀφηγεῖται ὁ Ἀκάθιστος, στὸν Ἀρχάγγελο, στοὺς Ποιμένες, στοὺς Μάγους κ.λπ., ἀλλὰ ταυτόχρονα [ἢ πρωτίστως] στοὺς μετέχοντες στὴν Ἀκολουθία πιστούς, τὴν Παρασκευὴ στὴν ἐκκλησία, οἱ ὁποῖοι τὰ κραυγάζουν ὡς δρῶντα πρόσωπα τοῦ δράματος διὰ τοῦ Πρεσβυτέρου τους.

Ἡ θεατρικὴ ἀμεσότητα τῶν Χαιρετισμῶν δὲν ἐξαντλεῖται στὰ «Χαῖρε [...]! Χαῖρε [...]!» ποὺ ψάλλει ὁ λαὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ βρίσκεται καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τοῦ κειμένου, ὅπου τὰ συναντᾶμε ἀκριβῶς μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ θὰ τὰ συναντούσαμε σὲ ἕνα θεατρικὸ κείμενο ἢ κινηματογραφικὸ σενάριο, καὶ δὴ μὲ κλιμάκωση: ρωτᾶ ἡ Θεοτόκος τὸν Ἀρχάγγελο:

-«Ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως τὴν κύησιν πῶς λέγεις;»

-«Ἐκ λαγόνων ἁγνῶν υἱὸν πῶς ἐστι τεχθῆναι δυνατόν; Λέξον μοι!»

Πέρα ἀπὸ τὴν θεατρικότητα, τὸ κείμενο τοῦ Ἀκαθίστου καθορίζεται ἀπὸ τὸν πανταχοῦ παρόντα ρυθμό του: ὁλόκληρο τὸ κείμενο διαρθρώνεται γύρω ἀπὸ τὸ ἑξῆς ἐπαναλαμβανόμενο μοτίβο: ἀφ’ ἑνὸς (α) τὴν ἀλληλουχία τῶν πολλῶν ζευγῶν ἰσόποσων στίχων σὲ κάθε χαιρετισμὸ/ἐγκώμιο, «Χαῖρε, τὸ φῶς ἀρρήτως γεννήσασα∙ χαῖρε, τὸ πῶς μηδένα διδάξασα» κλ.π., καὶ ἀφ’ ἑτέρου (β) τὴν ἐναλλαγὴ τοῦ ἀκροτελεύτιου σὲ κάθε χαιρετισμὸ «Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε» μὲ τὸ «Ἀλληλούϊα» ποὺ κάθε φορὰ ἕπεται στὸ κείμενο. Τὸ ζήτημα βέβαια δὲν εἶναι ἁπλῶς τὸ ἂν ὑφίσταται ἰσορροπία καὶ ρυθμὸς σὲ ἕνα κείμενο, ἀλλὰ τὸ μὲ πόση μαεστρία πραγματώνονται αὐτά. Μιὰ ἀνάγνωση τοῦ Ἀκαθίστου θὰ σᾶς πείσει!

Προσέξτε τώρα τὴν μουσικότητα τοῦ κειμένου: ἁπλῶς διαβάστε ἀργά, ρυθμικὰ καὶ δυνατὰ τὸ ἀκόλουθο ἀπόσπασμα-παράδειγμα:

«Βλέπουσα ἡ Ἁγία ἑαυτὴν ἐν ἀγνείᾳ, φησὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσαλέως∙»

-       ∪   ∪  ∪  ∪  – ∪  ∪ ∪    -   ∪   ∪    -  ∪    ∪   -   ∪    ∪   ∪  -     ∪     ∪    -  ∪

Ὅπερ ἔδει δεῖξαι.

Ἂς προχωρήσουμε στὶς ποιητικὲς ἀρετὲς τοῦ κειμένου, στὴν καθ’ ἑαυτὴν ποιητική του γλαφυρότητα, μέσῳ ἐλάχιστων παραδειγμάτων, σχεδὸν τυχαίων μέσα στὸν κυκεώνα τῶν διατυπώσεων-ἐπιτευγμάτων:

«Χαῖρε, δι’ ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις∙  χαῖρε, δι’ ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.»

Καὶ μόνον αὐτὸν τὸν στίχο νὰ ἀποσπάσει κανείς, ἀντιλαμβάνεται τὸ κατόρθωμα τῆς ἐκφραστικῆς. Πῶς νὰ τὸν σχολιάσει κανεὶς χωρὶς νὰ τὸν μαγαρίσει…

Ἑπόμενο:

«Καὶ τὴν εὔκαρπον ταύτης νυδήν,/ ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδὺν / ἅπασι, τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν».

Τὸ ἀποδίδω στὴν τρέχουσα μορφὴ τῆς γλώσσας γιὰ τὶς ἀνάγκες ὅσων ἔμαθαν ἑλληνικὰ ἐπὶ ὑπουργίας Διαμαντοπούλου: «καὶ ὑπέδειξε τὴν εὔφορη μήτρα της (νυδὴς=μῆτρα) ὡς χωράφι καλὸ γιὰ ὅλους, ὅσοι ἐπιθυμοῦν νὰ θερίσουν τὴν σωτηρία». Τὸ «νυδὴν» ἀκολουθεῖται ἀπὸ τὴν ὁμοιοκαταληξία «ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδύν», ἡ ὁποία ὅμως συμπαρασύρει καὶ τὸ περιεχόμενο τῶν στίχων, τὸ νόημα, ἀφοῦ τὴν χρήση τῆς ἔννοιας τοῦ ἀγροῦ ἀκολουθεῖ ἡ ἔννοια τοῦ θερισμοῦ, τοῦ θερισμοῦ τῆς σωτηρίας ὅμως. Τὸ λοιπόν, ἂς ἀναφωνήσω ἀσμένως: λογοτεχνία, ὄχι ἀστεῖα! Σὲ ὅλο τὸν Ἀκάθιστο παρατηρεῖται τέλεια χρήση τῶν ἐκφραστικῶν τρόπων τῆς γλώσσας: ἐδῶ θὰ μνημονεύσουμε τὴν εὐστοχώτατη κρίση τοῦ Κώστα Ζουράρι, ὁ ὁποῖος διαβεβαιώνει ὅτι «τὰ τρία σημαντικώτερα καὶ τελειώτερα ποιήματα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας εἶναι ἡ Ἰλιάδα, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος καὶ ὁ Ἐρωτόκριτος».[5] Ἐνίοτε ἔχω τὴν αἴσθηση ὅτι κάποιες ὁμοιοκαταληξίες ἔχουν ἐπιλεγεῖ ἀκριβῶς γιὰ νὰ προξενήσουν ἕνα χαμόγελο λόγῳ μιᾶς ζυγισμένης ὑπερβολῆς τους, στὰ πλαίσια τοῦ κατὰ τὴ γνώμη μου σκόπιμου καὶ ὑπαρκτοῦ λεπτοτάτου χιοῦμορ σὲ μερικὰ (μᾶλλον λίγα) σημεῖα τοῦ κειμένου: «μέλλοντος Συμεῶνος τοῦ παρόντος αἰῶνος μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος…». Ἀλλοῦ ἡ ὁμοιοκαταληξία «δένει» ἐκθαμβωτικὰ μὲ τὸ περιεχόμενο τοῦ στίχου, σὲ σχῆμα θέσης-ἄρσης (ἢ συναμφότερου): «Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα∙ χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα». Παράλληλα, τὸ κείμενο βρίθει συνειρμικῶν εἰκόνων σπάνιας μαεστρίας: «ρήτορας πολυφθόγγους ὡς ἰχθύας ἀφώνους ὁρῶμεν ἐπὶ σοί, Θεοτόκε» κλπ. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀποσπάσματα χάνουν μεγάλο κομμάτι ἀπὸ τὴν αἴγλη τους ὅταν παρατίθενται ἀποκομμένα ἀπὸ τὴν ἑνότητα τοῦ κειμένου, ἀπὸ τὸν ρυθμό του, τὴν θεατρικότητά του καὶ τὴν ἰσορροπία του: ἐνταγμένα ὅμως στὴν ὁλότητά του σὲ κάνουν, πραγματικά, νὰ παλαβώνεις.

Νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὁ Ἀκάθιστος χωρίζεται σὲ 24 «οἴκους» (στροφές), ὁ καθεὶς ἐκ τῶν ὁποίων ξεκινᾶ μὲ ἕνα γράμμα τοῦ ἀλφαβήτου[6]: δηλαδή, ὅλα αὐτὰ τὰ γλωσσικὰ ἐπιτεύγματα ποὺ ἀναφέραμε καταφέρνουν καὶ ἀνθοῦν μέσα στὸν (φαινομενικὸ) νάρθηκα τῆς ὑποχρεωτικῆς ἔναρξης κάθε οἴκου-στροφῆς ἀπὸ τὸ ἑπόμενο γράμμα τοῦ ἀλφαβήτου!

Εἴπαμε ὅτι θὰ ἐξετάσουμε τὸν Ἀκάθιστο μόνον ὡς λογοτεχνικὸ/θεατρικὸ κείμενο. Δὲν θὰ μιλήσουμε γιὰ τὸ πῶς θεολογεῖ αὐτὸ τὸ κείμενο, σὲ τί βάθος καὶ μὲ πόση ὀμορφιά. Ἐπιτρέψτε μου ὅμως νὰ ἐνδώσω στὸν πειρασμὸ καὶ νὰ παραθέσω ἕνα, μόνο ἕνα, ψῆγμα τῆς θεολογίας τοῦ κειμένου, τὸ πῶς εἰκονογραφεῖ τὸ ὅτι «παρῆλθεν ἡ κατάρα τοῦ Νόμου»:

«Χάριν δοῦναι θελήσας ὀφλημάτων ἀρχαίων ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων, ἐπεδήμησε δι’ ἑαυτοῦ πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ χάριτος∙ καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον, ἀκούει παρὰ πάντων οὔτως∙ Ἀλληλούϊα!»

Τί εἰκόνα: γράφονται καὶ καταγράφονται τὰ «ὀφλήματα» τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ τὰ πλέον ἀρχαῖα χρόνια, διαρκῶς: καὶ ξαφνικά, ὁ Θεὸς ἁπλῶς -ἁπλούστατα- «σχίζει τὸ χειρόγραφο». Ἡ Θεολογία ὡς Ὀμορφιά!

Ὁ θαυμασμὸς ποὺ προκαλεῖ αὐτὸ τὸ ἀριστουργηματικὸ κείμενο, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, δύναται νὰ καταστήσει τοῦτο ‘δῶ τὸ ἄρθρο σχοινοτενέστατο καὶ πάνυ οὐρανομῆκες, γι’ αὐτὸ συγκρατοῦμαι καὶ καταλήγω κάπου ἐδῶ. Δὲν μπορῶ ὅμως νὰ μὴν διερωτηθῶ: δὲν εἶναι πραγματικὰ κρῖμα νὰ διαβάζεται τέτοιο ἀριστούργημα σὲ μιὰ ἐκκλησία δίπλα σου, στὴ γειτονιά σου, νὰ ψάλλεται καὶ νὰ ἀπαγγέλεται ἕνα κείμενο ζωντανὸ[7] ποὺ ἀποπνέει τόση ὀμορφιὰ καὶ δωρίζει τέτοια ἀγαλλίαση στὴν καρδιά σου ἀπὸ τὸ κάλλος του καὶ μόνο, καὶ ἐσὺ νὰ ἀπέχεις λόγῳ τῆς βλακώδους ἀναγωγῆς «ἐκκλησία=σκοταδισμός, μεσαίωνας, συντηρητισμὸς» ἢ λόγῳ ἀνεξηγήτου πλὴν μείζονος πληξάρας; Εἶναι δυνατὸν νὰ λείπεις, νὰ μὴν εἶσαι ἐκεῖ, ἀσχέτως τῆς σχέσης σου μὲ τὸ ἐκκλησιαστικὸ γεγονός; Πόσῳ δὲ μᾶλλον ἂν καμώνεσαι ὅτι ἀσχολεῖσαι ἔστω καὶ λίγο μὲ τὰ γράμματα ἢ τὴν Τέχνη! Ἀναπηρία!


[1] Παραθέτω τὸ ἀπόσπασμα, διότι μοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴν παραθέσω τοὐλάχιστον τοὺς πρώτους στίχους τοῦ ἐγκωμίου τοῦ βρέφους λόγῳ τῆς ἐκθαμβωτικῆς λογοτεχνικῆς καὶ εἰκονολογικῆς ὀμορφιᾶς τους: «Τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθύς, ἐπιγνὸν τὸν ταύτης ἀσπασμόν, ἔχαιρε∙ καὶ ἅλμασιν ὡς ἄσμασιν, ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον∙ Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμαράντου κλῆμα∙ χαῖρε, καρποῦ ἀκηράτου κτῆμα. Χαῖρε γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον∙ χαῖρε, φυτουργὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν φύουσα».

[2] «Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων λογισμῶν ἀμφιβόλων, ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη, [...] κλεψίγαμον ὑπονοῶν ἄμεμπτε∙ μαθὼν δὲ σοῦ τὴν σύλληψιν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου ἔφη∙ Ἀλληλούϊα!»

[3] Καὶ πάλι, ἀδύνατον νὰ μὴν παρατεθεῖ ἡ ὀμορφιὰ τῆς εἰκόνας: «[...] θεωροῦσι τοῦτον (σ.σ.: τὸν Χριστὸ) ὡς ἀμνὸν ἄμωμον ἐν τῇ γαστρὶ Μαρίας βοσκηθέντα…».

[4] Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ: ὁ Κώστας Ζουράρις ἔχει ἀναλύσει πολλάκις καὶ μὲ ζηλευτὴ μαεστρία τὸ «χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων» ὡς σύνοψη τῆς ἑλληνικῆς («ἰλιαδορωμέηκης») πολιτικῆς θεωρίας: ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι τῆς παρούσης.

[5] Μά, αὐτὸ εἶναι τὸ δράμα: ὅτι ὁ Ἀκάθιστος, αὐτὴ ἡ κείμενη τελειότητα, ἀποτελεῖ γιὰ ἀρκετοὺς «προοδευτικοὺς» συμπολίτες μας (νὰ χαρῶ ἐγὼ πρόοδο!) ἁπλῶς ἕνα θρησκευτικὸ κείμενο γιὰ ἀφελῆ γραϊδια∙ ἔχουν τὸν θησαυρὸ στὸ ντουλάπι τους καὶ ἀδυνατοῦν νὰ τὸν ἐκτιμήσουν. Ὁ ὄντως ἀθεόφοβος Βασίλης Ἀλεξάκης ἐκφράζει τὴν ἄποψη στὸ ἐντυπωσιακὰ εὐπώλητο βιβλίο του «μ.Χ.» ὅτι «ὁ Ἀκάθιστος εἶναι τόσο δημοφιλὴς ἐπειδὴ εἶναι παντελῶς δυσνόητος∙ δὲν ἔχει κάποια ἰδιαίτερη ἀξία»- ἢ κάπως ἔτσι. Ἂς εἶναι…

[6] γγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη… Βλέπουσα ἡ Ἁγία ἑαυτήν ἐν ἁγνείᾳ… Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι ἡ Παρθένος ζητοῦσα… Δύναμις τοῦ Ὑψίστου ἐπεσκίασε τότε πρὸς σύλληψιν τῇ Ἀπειρογάμω…

[7] ζωντανό: διαβάζεται ΚΑΘΕ χρόνο σὲ ΚΑΘΕ ἐκκλησία/γειτονιὰ ἀπὸ πραγματικοὺς ἀνθρώπους, κάθε προέλευσης/τάξης/μόρφωσης κ.λπ. Περίπου 1.400 χρόνια τώρα. 1.400 χρόνια! Πραγματικὸ λαϊκὸ γεγονός, λαοῦ ζῶντος καὶ πάντοτε παρόντος, ἐκεῖ, αὐτὲς τὶς πέντε Παρασκευὲς τοῦ χρόνου. Ποῦ ἀλλοῦ!